διασκευή

διασκευ-ή, ,
A construction, Aristeas 64, al.
II equipment,

δ. νομαδική Plb.8.29.7

;

δ. πολεμική D.S.4.38

; furniture or vessels,

τῆς σκηνῆς LXXEx.31.7

, cf. Plb.30.26.3, Agatharch.8(pl.).
III rhetorical elaboration of a topic, Hermog. Inv.3.15;

ποιεῖσθαι τὰς δ. τῶν μύθων Jul.Or.7.205b

.
2

διασκευαί

set phrases,

Plb.15.34.1

.
IV new edition or recension of a work, Aristeas310, Ath.3.110b(pl.).
V = ἀνασκευή, δ. καὶ χλευασμὸς τοῦ διδασκαλείου Porph.VP53.
VI theatrical performance,

κωμῳδίαι καὶ δ. D.Chr.32.94

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διασκευή — construction fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασκευή — η (Α διασκευή) 1. διαρρύθμιση, τακτοποίηση, διόρθωση 2. τροποποίηση, μετατροπή λογοτεχνικού κειμένου αρχ. 1. διακόσμηση 2. ενδυμασία, στολή 3. διασκευαί εντυπωσιακές φράσεις …   Dictionary of Greek

  • διασκευή — η η ενέργεια και το αποτέλεσμα του διασκευάζω, η τροποποίηση έργου: Δε μου αρέσει αυτή η διασκευή του αγαπημένου μου κλασικού κομματιού …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διασκευῇ — διασκευάζω get ready fut ind mid 2nd sg (doric) διασκευάζω get ready fut ind act 3rd sg (doric) διασκευάζω get ready fut ind mid 2nd sg (doric) διασκευάζω get ready fut ind act 3rd sg (doric) διασκευή construction fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασκευή — [диаскеви] ουσ. Θ. исправление …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • διασκευῆι — διασκευῇ , διασκευάζω get ready fut ind mid 2nd sg (doric) διασκευῇ , διασκευάζω get ready fut ind act 3rd sg (doric) διασκευῇ , διασκευάζω get ready fut ind mid 2nd sg (doric) διασκευῇ , διασκευάζω get ready fut ind act 3rd sg (doric) διασκευῇ …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασκευαῖς — διασκευή construction fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασκευαί — διασκευή construction fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασκευήν — διασκευή construction fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής — Επίσημη ονομασία: Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής Συντομευμένη ονομασία: ΗΠΑ (USA) Έκταση: 9.629.091 τ. χλμ Πληθυσμός: 278.058.881 κάτ. (2001) Πρωτεύουσα: Ουάσινγκτον (6.068.996 κάτ. το 2002)Κράτος της Βόρειας Αμερικής. Συνορεύει στα Β με τον… …   Dictionary of Greek

  • προδιασκευή — ἡ, Α [διασκευή] η εκ τών προτέρων διασκευή, η διασκευή που έγινε προηγουμένως …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.